Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

εύφλεκτων

  1. εύφλεκτος, στη γενική του πληθυντικού
  2. εύφλεκτη, στη γενική του πληθυντικού
  3. εύφλεκτο, στη γενική του πληθυντικού