Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάρος οι γάροι
      γενική του γάρου των γάρων
    αιτιατική τον γάρο τους γάρους
     κλητική γάρε γάροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣa.ɾos/

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

γάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάρος [1] < αβέβαιης ετυμολογίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάρος αρσενικό

  1. (χωρίς πληθυντικό) το αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.). Λέγεται και άλμη ή σαλαμούρα
  2. (χωρίς πληθυντικό) σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι
  3. το λέκιασμα, ο ρύπος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

γάρος < γάδαρος < μεσαιωνική ελληνική γαϊδάριον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάρος αρσενικό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
γᾰρο-
ονομαστική γάρος οἱ γάροι
      γενική τοῦ γάρου τῶν γάρων
      δοτική τῷ γάρ τοῖς γάροις
    αιτιατική τὸν γάρον τοὺς γάρους
     κλητική ! γάρε γάροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γάρω
γεν-δοτ τοῖν  γάροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάρος > αβέβαιης ετυμολογίας λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάρος αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία