Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λέκιασμα τα λεκιάσματα
      γενική του λεκιάσματος των λεκιασμάτων
    αιτιατική το λέκιασμα τα λεκιάσματα
     κλητική λέκιασμα λεκιάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέκιασμα < λεκιάζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέκιασμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεκιάζω, η δημιουργία λεκέ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία