Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αηδόνι τα αηδόνια
      γενική του αηδονιού των αηδονιών
    αιτιατική το αηδόνι τα αηδόνια
     κλητική αηδόνι αηδόνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
αηδόνι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αηδόνι < ελληνιστική κοινή ἀηδόνιον < αρχαία ελληνική ἀηδών < ἀείδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂weyd-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a͜i.ˈðɔ.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αηδόνι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) πουλί, φημισμένο για το ωραίο τραγούδι του
  2. (μεταφορικά) για άνθρωπο καλλίφωνο ή, σπανιότερα και για μουσικό όργανο με εξαιρετικό ήχο
  3. (αργκό) το εργαλείο διάρρηξης (στη γλώσσα των κακοποιών)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μας ήρθε ο κούκος αηδόνι: πληρώσαμε πολύ ακριβά κάτι που θα μπορούσαμε να το είχαμε αγοράσει φτηνότερα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία