Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀείδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂weyd-

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀείδω (ιωνικός τύπος )

  1. τραγουδώ
  2. παράγω διάφορους ήχους ή θορύβους

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία