Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβιογένεση < α- στερητικό + βίος +γένεση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβιογένεση θηλυκό

  • (βιολογία) η δημιουργία ενός έμψυχου πλάσματος από κάτι άψυχο
    • μεταφυσική αβιογένεση: άμεση κι αυθόρμητη γέννηση ζωής από ανόργανα συστατικά
    • παλαιοαβιογένεση: η μακραίωνη χημική προετοιμασία οργανικών ουσιών σε κομήτες που όταν πέσουν σε πλανήτη δύναται με την πάροδο δισεκατομμυρίων ετών να παράγουν ένα αναλογικά αμελητέο ποσοστό ζώντων μονοκύτταρων οργανισμών που θα εξελιχθούν και σε συνθετότερες μορφές, αστροβιογένεση

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία