Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

abiogeneza 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

abiogeneza (pl) θηλυκό

  1. αβιογένεση