Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γένεσις < μεσαιωνική γένεσις < αρχαία ελληνική γένεσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γένεσις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γένεσις < γίγνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γένεσις θηλυκό

  1. πηγή, δημιουργία, απαρχή
    Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν
  2. γέννημα, απόγονος
    ἦ κάρτα λαμπρὰ καὶ κατ᾽ ὄνομα καὶ φύσιν, πατρὸς μὲν οὖσα γένεσιν Εὐρύτου ποτὲ (: ...γιατί ήταν κόρη του Ευρύτου, είχε γεννηθεί από πατέρα τον...)
  3. γένος, είδος ζώων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία