Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ γενέσιος τὸ γενέσιον οἱ, αἱ γενέσιοι τὰ γενέσια
Γενική τοῦ, τῆς γενεσίου τοῦ γενεσίου τῶν γενεσίων τῶν γενεσίων
Δοτική τῷ, τῇ γενεσίῳ τῷ γενεσίῳ τοῖς, ταῖς γενεσίοις τοῖς γενεσίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν γενέσιον τὸ γενέσιον τοὺς, τὰς γενεσίους τὰ γενέσια
Κλητική γενέσιε γενέσιον γενέσιοι γενέσια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική γενεσίω
Γενική-Δοτική γενεσίοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενέσιος < γενόμην, αόριστος β' του γίγνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵenh₁-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γενέσιος, -ος, -ον

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στη γέννηση ή στο γένος κάποιου
     συνώνυμα: γενέθλιος
  2. Γενέσιος: επίθετο του Ποσειδώνα
  3. (ουδέτερο, μόνο στον ενικό) Γενέσιον: ναός που τιμάται η γέννηση κάποιου θεού (συνήθως του Ποσειδώνα)
  4. (ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό) γενέσια: ημέρα εορτής των γενεθλίων κάποιου (συνήθως νεκρού)
     συνώνυμα: νεκύσια