Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενέθλιος < αρχαία ελληνική γενέθλιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γενέθλιος

  • ο σχετικός με την ημερομηνία γέννησης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενέθλιος < γενέθλη ή γένεθλον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γενέθλιος

  1. ο σχετικός με τη γέννηση, με τη μάνα
    ἐξ οὗπερ αἷμα γενέθλιον κατήνυσεν ( το αίμα της μητέρας του)
    οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς, τέκνον; (δεν φοβάσαι καθόλου την κατάρα της μάνας σου;)
  2. ο σχετικός με τα γενέθλια
    γενέθλιος δόσις (: το δώρο των γενεθλίων), γενέθλιος ἡμέρα
  3. ο οικογενειακός ή ο σχετικός με το γένος, την πατρίδα, εκείνος που παρέχει τη γέννηση
    γενεθλίους θεοὺς εἰς παίδων αὑτοῦ σπορὰν ἴσχοι κατὰ λόγον.
    καὶ θεοὺς γενεθλίους καλεῖ πατρῴας γῆς

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία