Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  γίγνομαι 
Παρατατικός  ἐγιγνόμην 
Μέλλοντας  γενήσομαι - γενηθήσομαι 
Αόριστος  ἐγενόμην - ἐγενήθην 
Παρακείμενος  γέγονα - γεγένημαι 
Υπερσυντέλικος  ἐγεγόνειν - ἐγεγενήμην 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γίγνομαι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵenh₁-. Συγγενές με το (λατινικά) gigno

  ΡήμαΕπεξεργασία

γίγνομαι και γίνομαι

  1. (για πρόσωπα) γεννιέμαι
  2. (για γεγονότα) συμβαίνει
  3. γίνομαι με τη σημερινή έννοια
    ἐμποδών γίγνομαι - γίνομαι εμπόδιο, εμποδίζω επίτηδες
  4. πλησιάζω κάποιον
  5. καταγίνομαι με κάτι
    περί ὑφαντικήν γίγνομαι


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία