Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενέτης < γενετή ή γένεσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενέτης-ου αρσενικό

  1. ο πατέρας, ο πρόγονος, στον πληθυντικό οι γονείς
    παῖς ἑπτὰ καὶ δεκέτης φῶς λίπον ἀελίου· ἀντὶ δέ μου στεφάνων γενέται καὶ πατρὶς ἔχουσιν ὀστέα μοῦνα λίθῳ τῷδ’ ἔνι κευθόμενα· χαῖρε, παροδεῖτα (επίγραμμα σε τάφο γύρω στο 180 π.Χ., για αγόρι 17 ετών, που αντί για στεφάνι στην πάλη στα Πύθια "οι γονείς και η πατρίδα μου έχουν τα οστα μου μόνα, με πέτρα σκεπασμένα, χαίρε διαβάτη")
  2. ο γιός
    ἔνοπλος γὰρ ἐπ᾽ αὐτὸν ἐπενθρῴσκει πυρὶ καὶ στεροπαῖς ὁ Διὸς γενέτας (ο γιος του Δία, ο Απόλωνας)
  3. ο συγγραφέας και ο δημιουργός (μεταγενέστερη έννοια)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία