Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Πελασγός Πελασγοί
γενική Πελασγού Πελασγών
αιτιατική Πελασγό Πελασγούς
κλητική Πελασγέ Πελασγοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πελασγός < αρχαία ελληνική Πελασγός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ΧΧΧ/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πελασγός αρσενικό (στον πληθυντικό: οι Πελασγοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πελασγός < συσχετίζεται με το πελός (μελαψός) και Πέλοψ ή με το πέλας (ο πλησίον, ο άλλος άνθρωπος) και πελάζω-πλάζω, ή με το περάω και πέρα (ως μεταναστευτικό φύλο)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πελασγός

  1. ο γενάρχης των Πελασγών
  2. εκεινος που ανήκε στο φύλο των Πελασγών
    Ἱππόθοος δ᾽ ἄγε φῦλα Πελασγῶν ἐγχεσιμώρων τῶν οἳ Λάρισαν ἐριβώλακα ναιετάασκον : Ο Ιππόθοος πάλι οδηγούσε τα έθνη των κονταρομάχων Πελασγών, αυτών που κατοικούσαν στην εύφορη Λάρισα (Ιλιάδα, Β.843)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία