Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πελασγιῶτις < Πελασγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Πελασγιῶτις

  1. μία (η κεντρική) από τις τετραρχίες της πεδικής Θεσσαλίας κατά τη κατάτμηση της περιοχής από τον Φίλιππο Β΄ για να ελέγχει πιο εύκολα τη χώρα -στην Πελασγιώτιδα βρίσκονταν η Λάρισα, οι Φερές, οι Παγασές κ.ά.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • Πελασγικόν Άργος
  • Πελασγιώτης-ῶται (ο κάτοικος της περιοχής)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία