Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψαλίδα οι ψαλίδες
      γενική της ψαλίδας των ψαλίδων
    αιτιατική την ψαλίδα τις ψαλίδες
     κλητική ψαλίδα ψαλίδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαλίδα < αρχαία ελληνική ψαλίς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psa.ˈli.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαλίδα θηλυκό

  1. μεγάλο ψαλίδι
  2. (βοτανική) ο έλικας του αμπελιού κι άλλων αναρριχητικών φυτών
  3. (εντομολογία) η σαρανταποδαρούσα
  4. (εντομολογία) μικρό έντομο που στο πίσω μέρος της κοιλιάς του έχει δύο σκληρές κι αιχμηρές λαβίδες
  5. ασθένεια των τριχών της κεφαλής κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο και δεν αναπτύσσονται άλλο
  6. (μεταφορικά) η διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσιμα μεγέθη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία