Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ψαλίς ψαλίδε ψαλίδες
Γενική ψαλίδος ψαλίδοιν ψαλίδων
Δοτική ψαλίδι ψαλίδοιν ψαλίσι(ν)
Αιτιατική ψαλίδα ψαλίδε ψαλίδας
Κλητική ψαλίς ψαλίδε ψαλίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαλίς < αβέβαιης ετυμολογίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαλίς θηλυκό

  1. ψαλίδι
  2. χαμηλό οικοδόμημα με οξυγώνια στέγη