Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρώγλη τρώγλες
γενική τρώγλης τρωγλών
αιτιατική τρώγλη τρώγλες
κλητική τρώγλη τρώγλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρώγλη < αρχαία ελληνική τρώγλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾɔ.ɣli/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρώγλη θηλυκό

  1. σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία
  2. (μειωτικά) ανήλια, στενή και σε κακή κατάσταση (υπόγεια) κατοικία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι
Γενική τρώγλης τρώγλαιν τρωγλῶν
Δοτική τρώγλ τρώγλαιν τρώγλαις
Αιτιατική τρώγλην τρώγλα τρώγλας
Κλητική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρώγλη < τρώγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρώγλη

  1. διάβρωση ή τρύπα σε τοίχο, όπου κάνουν τη φωλιά τους ζώα, π.χ. ποντίκια (ποντικότρυπα)
  2. τρύπα, κοιλότητα
  3. τρύπα σε ένδυμα που έγινε από ζώα (π.χ. ποντίκια)
  4. σπηλιά