Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρωγλοδύτης οι τρωγλοδύτες
      γενική του τρωγλοδύτη των τρωγλοδυτών
    αιτιατική τον τρωγλοδύτη τους τρωγλοδύτες
     κλητική τρωγλοδύτη τρωγλοδύτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρωγλοδύτης < αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης < τρώγλη + δύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρωγλοδύτης αρσενικό (θηλυκό: τρωγλοδύτισσα)

  1. άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε τρώγλες
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που ζει μέσα σε τρύπες, σπηλιές, ή πρόχειρα καταλύματα
  3. το πουλί τρυποκάρυδο ή τρυποφράχτης

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Ο χαρακτηρισμός αποδίδονταν αρχικά από τους αρχαίους Έλληνες σε ορισμένους κατοίκους της Αφρικής που ζούσαν σε σπηλιές.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία