Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προσηγορικός η προσηγορική το προσηγορικό
      γενική του προσηγορικού της προσηγορικής του προσηγορικού
    αιτιατική τον προσηγορικό την προσηγορική το προσηγορικό
     κλητική προσηγορικέ προσηγορική προσηγορικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσηγορικοί οι προσηγορικές τα προσηγορικά
      γενική των προσηγορικών των προσηγορικών των προσηγορικών
    αιτιατική τους προσηγορικούς τις προσηγορικές τα προσηγορικά
     κλητική προσηγορικοί προσηγορικές προσηγορικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσηγορικός < αρχαία ελληνική προσηγορικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσηγορικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική προσηγορικός προσηγορική προσηγορικόν προσηγορικοί προσηγορικαί προσηγορικά
Γενική προσηγορικοῦ προσηγορικῆς προσηγορικοῦ προσηγορικῶν προσηγορικῶν προσηγορικῶν
Δοτική προσηγορικῷ προσηγορικῇ προσηγορικῷ προσηγορικοῖς προσηγορικαῖς προσηγορικοῖς
Αιτιατική προσηγορικόν προσηγορικήν προσηγορικόν προσηγορικούς προσηγορικάς προσηγορικά
Κλητική προσηγορικέ προσηγορική προσηγορικόν προσηγορικοί προσηγορικαί προσηγορικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική προσηγορικώ προσηγορικά
Γενική-Δοτική προσηγορικοῖν προσηγορικαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσηγορικός < προσήγορος + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσηγορικός (επίρρημα: προσηγορικῶς: με το κοινό όνομα)

  1. ο σχετικός με την προσηγορία, την ονομασία
    Σερούϊος αὐτῷ προσηγορικόν ὄνομα ἦν, Τύλλιος δὲ τὸ συγγενικόν (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, 3,65)
    τῶν δὲ ἄλλων τὸ μὲν κοινὸν ἀπὸ συγγενείας, τοὺς Πομπηΐους καὶ τοὺς Μαλλίους καὶ τοὺς Κορνηλίους ὥσπερ ἂν Ἡρακλείδας τις εἴποι καὶ Πελοπίδας, τοῦτο δὲ προσηγορικὸν ἐξ ἐπιθέτου πρὸς τὰς φύσεις ἢ τὰς πράξεις ἢ τὰ τοῦ σώματος εἴδη καὶ πάθη τίθεσθαι, τὸν Μακρῖνον καὶ τὸν Τουρκουᾶτον καὶ τὸν Σύλλαν οἶόν ἐστιν ὁ Μνήμων ἢ ὁ Γρυπὸς ἢ ὁ Καλλίνικος (Πλούταρχος, Μάριος, 1)
    Συνώνυμα (λατινικά): praenomen (cognomen). Αντώνυμα (λατινικά): nomen