Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσαγωγός < αρχαία ελληνική προσαγωγός


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προσαγωγός οι προσαγωγοί
      γενική του προσαγωγού των προσαγωγών
    αιτιατική τον προσαγωγό τους προσαγωγούς
     κλητική προσαγωγέ προσαγωγοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσαγωγός

  • ο μέγας προσαγωγός μυς του μηρού




πτώση ενικός
ονομαστική προσαγωγός προσαγωγός προσαγωγό
γενική προσαγωγού προσαγωγού προσαγωγού
αιτιατική προσαγωγό προσαγωγό προσαγωγό
κλητική προσαγωγέ προσαγωγέ προσαγωγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσαγωγοί προσαγωγοί προσαγωγά
γενική προσαγωγών προσαγωγών προσαγωγών
αιτιατική προσαγωγούς προσαγωγούς προσαγωγά
κλητική προσαγωγοί προσαγωγοί προσαγωγά

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  • που έλκει από την περιφέρεια προς το κέντρο
    προσαγωγός αγγείωση (π.χ. στο ήπαρ)
  1. προσαγωγός μυς του αντίχειρα, βραχύς προσαγωγός του μηρού κ.α.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσαγωγός < προσάγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσαγωγός,ός,όν

  1. που έλκει, τραβάει, ελκυστικός, πειστικός