Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προαίρεση < αρχαία ελληνική προαίρεσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προαίρεση θηλυκό

  1. ψυχική τάση, προδιάθεση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή
    ενήργησα με καλή προαίρεση
  2. ...
    η εταιρεία με τη μεγαλύτερη μετοχική σύνθεση κατείχε το δικαίωμα προαίρεσης σε περίπτωση περαιτέρω αποκρατικοποίησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία