Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαλθακός η μαλθακή το μαλθακό
      γενική του μαλθακού της μαλθακής του μαλθακού
    αιτιατική τον μαλθακό τη μαλθακή το μαλθακό
     κλητική μαλθακέ μαλθακή μαλθακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαλθακοί οι μαλθακές τα μαλθακά
      γενική των μαλθακών των μαλθακών των μαλθακών
    αιτιατική τους μαλθακούς τις μαλθακές τα μαλθακά
     κλητική μαλθακοί μαλθακές μαλθακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαλθακός < αρχαία ελληνική μαλθακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαλθακός -ή -ό

  1. που δεν δείχνει καμία ενεργητικότητα
  2. που έχει συνηθίσει στις ανέσεις

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαλθακός < μάλλον ποιητικός τύπος του μαλακός και συγγενές του μέλδω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαλθακός,ή,όν

  1. μαλακός, απαλός
  2. ήπιος, δειλός, λιγόψυχος, αδύναμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία