Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαλθακία < μαλθακός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαλθακία θηλυκό

  1. μαλακία, μαλακότης