Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαλθακότητα οι μαλθακότητες
      γενική της μαλθακότητας των μαλθακοτήτων
    αιτιατική τη μαλθακότητα τις μαλθακότητες
     κλητική μαλθακότητα μαλθακότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαλθακότητα < μαλθακότης στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική μαλθακότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαλθακότητα θηλυκό

  1. η έλλειψη πάθους ή αποφασιστικότητας στην προσπάθεια επίτευξης στόχων
  2. η οκνηρή και χωρίς σκληραγώγηση ζωή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία