Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κακόηχος κακόηχη κακόηχο
γενική κακόηχου κακόηχης κακόηχου
αιτιατική κακόηχο κακόηχη κακόηχο
κλητική κακόηχε κακόηχη κακόηχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακόηχοι κακόηχες κακόηχα
γενική κακόηχων κακόηχων κακόηχων
αιτιατική κακόηχους κακόηχες κακόηχα
κλητική κακόηχοι κακόηχες κακόηχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακόηχος < ελληνιστική κοινή κακόηχος < αρχαία ελληνική κακός + ἦχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κακόηχος

  1. (για ήχο) που δεν ακούγεται ευχάριστα (ως παράφωνο, με παράσιτα, συριγμούς κ.λπ.)
  2. (για λέξεις) που δεν ακούγεται καλά επειδή είναι αδόκιμο και δεν έχει ενσωματωθεί στη γλώσσα
  3. (για λέξεις, φράσεις) που ηχητικά παραπέμπει σε βρισιά (π.χ. πού στην ευχή;)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία