Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρασμός βρασμοί
γενική βρασμού βρασμών
αιτιατική βρασμό βρασμούς
κλητική βρασμέ βρασμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρασμός < αρχαία ελληνική βρασμός < βράζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βρασμός αρσενικό

  1. η γρήγορη μεταβολή ενός υγρού σε αέριο


  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία