Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η ζέση
      γενική της ζέσης*
    αιτιατική τη ζέση
     κλητική ζέση
* παλιότερος λόγιος τύπος, ζέσεως
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζέση < αρχαία ελληνική ζέσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζέση θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (λόγιο) βρασμός
  2. (μεταφορικά) εξαιρετικά μεγάλος ζήλος, θέρμη, έντονη προθυμία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία