Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απαγωγός απαγωγός απαγωγό
γενική απαγωγού απαγωγού απαγωγού
αιτιατική απαγωγό απαγωγό απαγωγό
κλητική απαγωγέ απαγωγέ απαγωγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαγωγοί απαγωγοί απαγωγά
γενική απαγωγών απαγωγών απαγωγών
αιτιατική απαγωγούς απαγωγούς απαγωγά
κλητική απαγωγοί απαγωγοί απαγωγά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαγωγός < αρχαία ελληνική ἀπαγωγός < ἀπάγω < ἀπό + ἄγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απαγωγός -ός -ό

  1. που απάγει, απομακρύνει κάτι
  2. διάταξη για την απομάκρυνση επικίνδυνων ή μη αερίων ή καπνού από μια θέση εργασίας, κν. απορροφητήρας
  3. (ανατομία) κάθε μυς που κινεί ένα μέλος μακριά του σώματος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία