Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απάγω < αρχαία ελληνική ἀπάγω < ἀπό + ἄγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του
    ...με αποτέλεσμα να τον απαγάγουν για να ζητήσουν λύτρα
    τον είχαν απαγάγει πέρσι τέτοια εποχή και τώρα τον απήγαγαν για δεύτερη φορά!
  2. απομακρύνω
    η νέα ψύκτρα απάγει τη θερμότητα ικανοποιητικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • το ρήμα συχνά κατά λάθος θεωρείται ότι είναι απαγάγω ενώ αυτή η μορφή (με το διπλό αγ) προοριζόταν για τους στιγμιαίους χρόνους και όχι τους εξακολουθητικούς (πρόβλημα κοινό σε όλα τα σύνθετα του άγω, όπως εξάγω, εισάγω, παράγω, ανάγω)

Βασικοί χρόνοιΕπεξεργασία

  • απάγω, πρτ.: απήγα, στ.μέλλ.: θα απαγάγω, αόρ.: απήγαγα μτχ.ενεργ. εν. απάγοντας
  • απάγομαι, πρτ.: απαγόμουν ή απηγόμην, στ.μέλλ.: θα απαχθώ, αόρ.: απήχθην ή απάχθηκα, μτχ.π.π.: απηγμένος αλλά αντ' αυτής σε χρήση η μτχ. αρχ. αορίστου απαχθείς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

απήγαγα