Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απαχθείς
απαχθέντας
η απαχθείσα το απαχθέν
      γενική του απαχθέντος
απαχθέντα
της απαχθείσας
απαχθείσης*
του απαχθέντος
    αιτιατική τον απαχθέντα την απαχθείσα το απαχθέν
     κλητική απαχθείς
απαχθέντα
απαχθείσα απαχθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απαχθέντες οι απαχθείσες τα απαχθέντα
      γενική των απαχθέντων των απαχθεισών των απαχθέντων
    αιτιατική τους απαχθέντες τις απαχθείσες τα απαχθέντα
     κλητική απαχθέντες απαχθείσες απαχθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαχθείς < από την αρχαία μετοχή ἀπαχθείς, ἀπαχθεῖσα, ἀπαχθέν, του παθητικού αορίστου του ρήματος ἀπάγω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

απαχθείς, απαχθείσα, απαχθέν

  • λόγια μετοχή που χρησιμεύει και στη νεοελληνική ως μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απάγω, εκείνος που έχει απαχθεί
Τα λύτρα για τους απαχθέντες τουρίστες στην Κολομβία...

απάγω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

απαχθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγομαι
  2. θα απαχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απάγομαι