Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβάς οι αβάδες
      γενική του αβά των αβάδων
    αιτιατική τον αβά τους αβάδες
     κλητική αβά αβάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάς < κατά τον μεσαίωνα αλλά και στην καθαρεύουσα, ἀββᾶς < από τη γαλλική λέξη abbe < από την αραμαϊκή אבא -abba, (πατέρας)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάς αρσενικό ή αββάς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία