Νέα ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αβαείο τα αβαεία
      γενική του αβαείου των αβαείων
    αιτιατική το αβαείο τα αβαεία
     κλητική αβαείο αβαεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαείο < (καθαρεύουσα) ἀβαεῖον, αβάς + -είο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική abbaye[1]

  Προφορά Επεξεργασία

ΔΦΑ : /a.vaˈi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βα‐εί‐ο

  Ουσιαστικό Επεξεργασία

αβαείο ουδέτερο (καθαρεύουσα: αββαείον ουδέτερο)

  1. (χριστιανισμός) το ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)
    Το Αβαείο του Πέλλαπαϊς αποτελεί μοναδικό δείγμα μοναστηριού γοτθικού ρυθμού στην ανατολή
  2. η κατοικία του αβά

Συγγενικές λέξεις Επεξεργασία

Δείτε επίσης Επεξεργασία

  Μεταφράσεις Επεξεργασία

  Αναφορές Επεξεργασία