Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ηγουμενείο τα ηγουμενεία
      γενική του ηγουμενείου των ηγουμενείων
    αιτιατική το ηγουμενείο τα ηγουμενεία
     κλητική ηγουμενείο ηγουμενεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηγουμενείο < ηγούμενος + κατάληξη τοπικών ουσιαστικών -είο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηγουμενείο ουδέτερο

  1. μονή διοικούμενη από ηγούμενο
  2. το γραφείο του ηγουμένου μιας μονής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία