Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Στέγες από ψάθα σε ποταμόσπιτα, στον ποταμό Κβάι
 
Typha latifolia, η τύφη
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψάθα ψάθες
γενική ψάθας ψαθών
αιτιατική ψάθα ψάθες
κλητική ψάθα ψάθες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάθα < ψίαθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψάθα θηλυκό

  1. το συνήθως συνθετικό πολύ λεπτού πάχους στρώμα που χρησιμοποιείται στις παραλίες για να τοποθετούνται αντικείμενα ή να ξαπλώνουν οι κολυμβητές -σπανίως είναι ακόμα και σήμερα από ψάθα ή άλλα αγρωστοειδή φυτά
    Άπλωσε την ψάθα για να ακουμπήσω τα πράγματα μη γεμίσουν άμμους
  2. τo πλέγμα που κατασκευάζεται από στελέχη ή άχυρα φυτών (π.χ. βούρλα, σχίνους, τύφη), τα οποία υφαίνονται ή συνδέονται και σταθεροποιούνται με διάφορους τρόπους ώστε να σχηματίζουν ένα σταθερό και κάπως παχύ στρώμα μικρού ή μεγάλου εμβαδού για κάθισμα, πατάκι, τέντα, χαλί κ.λπ. -άλλοτε η ψάθα χρησίμευε ως στρώμα των πολύ φτωχών
    Απ' όλο το πρόσωπό της στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου)
  3. η κοινή ονομασία του φυτού τύφη, ένα από τα φυτά που χρησίμευαν κυρίως παλιότερα για την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων
  4. ονομασία πανιού σε σχήμα τραπεζίου των ιστιοφόρων πλοίων, ευρύτατατα διαδεδομένο μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Το ιστίο αυτό λέγεται και ράντα, που είναι επίσης τετράπλευρο πανί, αλλά λίγο διαφορετικό από την αρχική ψάθα
  5. το ψάθινο καπέλο (όχι το σχετικά μικρό ψαθάκι)
    Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του (Ανδρέας Καρκαβίτσας)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία