Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαθάκι < υποκοριστικό της λέξης ψάθα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαθάκι ουδέτερο (πληθ. τα ψαθάκια, η γενική αδόκιμη)

  1. το ανδρικό καπέλο από ψάθα
  2. η μικρή ψάθα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία