Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαθάς ψαθάδες
γενική ψαθά ψαθάδων
αιτιατική ψαθά ψαθάδες
κλητική ψαθά ψαθάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαθάς < ψάθα < ψίαθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαθάς αρσενικό(θηλυκό ψαθού)

  1. αυτός που -παλιότερα κυρίως- εμπορευόταν ψάθα ή επεξεργαζόταν την ψάθα για την κατασκευή και επισκευή ψάθινων ειδών, ο ψαθοποιός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία