Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ψαθάδες αρσενικό

  1. ψαθάς, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού