Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψίαθος οι ψίαθοι
      γενική της ψιάθου των ψιάθων
    αιτιατική την ψίαθο τις ψιάθους
     κλητική ψίαθε ψίαθοι
όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψίαθος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ψίαθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψίαθος θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψίαθος ψιάθω ψίαθοι
Γενική ψιάθου ψιάθοιν ψιάθων
Δοτική ψιάθ ψιάθοιν ψιάθοις
Αιτιατική ψίαθον ψιάθω ψιάθους
Κλητική ψίαθε ψιάθω ψίαθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψίαθος < ίσως συγγενές του ψάω και ψαίω (θρυμματίζω, τρίβω) ίσως και από ασιατική ρίζα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψίαθος ( ιωνικός τύπος  ψίεθος )

  1. η ψάθα
  2. πλέγμα από σχοίνους ή βούρλα

  ΠηγέςΕπεξεργασία