Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάλαθος οι κάλαθοι
      γενική του κάλαθου
καλάθου
των κάλαθων
καλάθων
    αιτιατική τον κάλαθο τους κάλαθους
καλάθους
     κλητική κάλαθε κάλαθοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλαθος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κάλαθος
αρχιτεκτονική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική corbeille[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.la.θos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλαθος αρσενικό

  1. (λόγιο) το καλάθι, στον όρο κάλαθος αχρήστων
  2. (αρχιτεκτονική, αρχαιολογία) το μέρος του κορινθιακού κιονόκρανου που περιβάλλεται από σειρές φύλλων.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάλαθος καλάθω κάλαθοι
Γενική καλάθου καλάθοιν καλάθων
Δοτική καλάθ καλάθοιν καλάθοις
Αιτιατική κάλαθον καλάθω καλάθους
Κλητική κάλαθε καλάθω κάλαθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλαθος < με την κατάληξη -θος. O de Saussure[1] το συνδέει με το ρήμα κλώθω, αλλά ο Beekes[2] διαφωνεί και θεωρεί την προέλευση προελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλαθος [ κᾰλᾰθ ] αρσενικό

  1. αγγειόσχημο καλάθι
  2. ψύκτης, ψυκτικό δοχείο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Saussure, Ferdinand de (1879) Mémoire sur le système primitif des voyelles dans les langues indo-européennes. (γαλλικά) Λειψία. σελ.279.
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 
    Λήμμα κάλαθος. Επίσης, στο λήμμα κλώθω αποκλείει με έμφαση κάθε σύνδεσή του με το κάλαθος.

  ΠηγέςΕπεξεργασία