Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαθώνω < ψάθα και ψάθη

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψαθώνω

  1. γεμίζω κάτι με ψάθα (άλλοτε έβαζαν άχυρα, δηλαδή άπλεχτη ψάθα, και στο στρώμα), σκεπάζω κάτι με το υλικό αυτό, καλύπτω με ψάθα

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία