Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
paille pailles

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

paille (fr) θηλυκό

  1. το άχυρο
  2. το καλαμάκι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία