Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φάκελος οι φάκελοι
      γενική του φακέλου
& φάκελου
των φακέλων
    αιτιατική τον φάκελο τους φακέλους
& φάκελους
     κλητική φάκελε φάκελοι
Η γενική του φάκελου, για επιστολές.
Και προφορικός πληθυντικός, τα φάκελα
Παράρτημα
 
Ένας φάκελος επιστολών.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάκελος < αρχαία ελληνική φάκελος < αβέβαιης ετυμολογίας, συγγενές του σφάκελος που σήμαινε δεμάτι
 
Ένας φάκελος για έγγραφα.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfa.cɛ.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάκελος αρσενικό

  1. θήκη από χαρτί για την αποστολή επιστολών
  2. διπλωμένο χοντρό χαρτί για το φύλαγμα χαρτιών, επιστολών, αποδείξεων, κ.λπ.
    και δείτε τη λέξη: ντοσιέ
  3. πληροφορίες που κρατιούνται για ένα άτομο από την αστυνομία ή άλλες αρχές
  4. (πληροφορική) καθορισμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο για την αποθήκευση αρχείων
     συνώνυμα: κατάλογος
  5. (ενδυμασία, συνήθως για φούστα) που διπλώνει σαν φάκελος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία