Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɹi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tree (en)

  1. δένδρο
  2. (πληροφορική) δένδρο, μία από τις βασικές δομές δεδομένων
    Δείτε επίσης: tree (data structure) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • tree στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια