Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
root roots

root (en)

  1. η ρίζα (ενός φυτού)
  2. (μαθηματικά) η ρίζα ενός αριθμού
    square root: τετραγωνική ρίζα, cubic root: κυβική ρίζα,   root: ν-οστή ρίζα
  3. (γλωσσολογία) η ρίζα μιας λέξης

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας root
γ΄ ενικό ενεστώτα roots
αόριστος rooted
παθητική μετοχή rooted
ενεργητική μετοχή rooting

root (en)

  1. ριζώνω
  2. (πληροφορική) η απόκτηση δικαιωμάτων διαχειριστή στο λειτουργικό σύστημα ενός υπολογιστικού συστήματος

  Δείτε επίσης Επεξεργασία