Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ήχος (ΗΒ) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

directory (en)

  1. ο κατάλογος (ονομάτων, διευθύνσεων, συχνά σε αλφαβητική σειρά ή με κάποια άλλη ταξινόμηση)
  2. (πολιτική) το διευθυντήριο, το διευθυντικό σύστημα, η διευθυντική αρχή, το διευθυντικό πολίτευμα
    πολιτικό σύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων κυβερνά μια χώρα, μοιράζοντας από κοινού τους ρόλους του αρχηγού κράτους και της κυβερνήσεως
  3. (πληροφορική) ο κατάλογος (αρχείων). Ο όρος directory χρησιμοποιείται συνήθως στα περιβάλλοντα γραμμής εντολής (CLI), σε αντίθεση με το συνώνυμο folder, που χρησιμοποιείται στα γραφικά περιβάλλοντα (GUI).[1]
     συνώνυμα: folder

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • directory στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία