Δείτε επίσης: σωρός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σορός οι σοροί
      γενική της σορού των σορών
    αιτιατική τη σορό τις σορούς
     κλητική σορέ σοροί
Κατηγορία όπως «οδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σορός < αρχαία ελληνική σορός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σορός θηλυκό

  1. το σώμα του νεκρού (όπως έχει προετοιμαστεί για ταφή ή αποτέφρωση)
    Η σορός του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος απεβίωσε την Μεγάλη Πέμπτη, αποτεφρώθηκε ήδη, όπως ανακοίνωσε ο πρεσβευτής του Μεξικού. (*)
     συνώνυμα: λείψανο
  2. το φέρετρο στο οποίο έχουν τοποθετήσει μια σορό(1)
     συνώνυμα: κάσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σορός οἱ σοροί
      γενική τοῦ σοροῦ τῶν σορῶν
      δοτική τῷ σορ τοῖς σοροῖς
    αιτιατική τὸν σορόν τοὺς σορούς
     κλητική ! σορέ σοροί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σορώ
γεν-δοτ τοῖν  σοροῖν
2η κλίση όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σορός < *τϝορός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *twer- (περιβάλλω, περικλείω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σορός θηλυκό

  1. αγγείο στο οποίο τοποθετούμε τα οστά ενός νεκρού ή την τέφρα του, τεφροδόχος, φέρετρο
  2. μνήμα, σαρκοφάγος
  3. νεκροκρέβατο
  4. (σκωπτικό) γέρος, γριά

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • τὸν ἕτερον πόδα ἐν τῇ σορῷ ἔχει: άνθρωπος πολύ μεγάλης ηλικίας και ανήμπορος
    Ἔπειτα ἐς πόσον ἔτι τὸν λοιπὸν χρόνον ἀπολαύσεις αὐτοῦ γέρων ἤδη καὶ παντὸς ἡδέος ἔξωρος ὢν καὶ τὸν ἕτερον πόδα φασὶν ἐν τῇ σορῷ ἔχων; (Λουκιανός, Ἑρμότιμος, 78, 4-7)