Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τέφρα οι τέφρες
      γενική της τέφρας των τεφρών
    αιτιατική την τέφρα τις τέφρες
     κλητική τέφρα τέφρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέφρα < αρχαία ελληνική τέφρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέφρα θηλυκό

  1. η στάχτη
    1. ό,τι απομένει μετά την αποτέφρωση ενός νεκρού, η σποδός
    2. ηφαιστειακή τέφρα: ηφαιστειακό υλικό (μάγμα) που εκτινάσσεται ψηλά στον αέρα και στερεοποιείται σε σκόνη, η ηφαιστειακή σποδός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία