Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τεφροδοχείο τα τεφροδοχεία
      γενική του τεφροδοχείου των τεφροδοχείων
    αιτιατική το τεφροδοχείο τα τεφροδοχεία
     κλητική τεφροδοχείο τεφροδοχεία
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεφροδοχείο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεφροδοχείο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία