Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάω < μεσαιωνική ελληνική σκάζω αρχαία ελληνική σχάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκάω, πρτ.: έσκαγα, στ.μέλλ.: θα σκάσω, αόρ.: έσκασα, μτχ.π.π.: σκασμένος

  1. (αμετάβατο) εκρήγνυμαι
    η βόμβα έσκασε στα χέρια του
    • (μεταβατικό ή αμετάβατο) ξεφουσκώνω βίαια
      μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ
      στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια
  2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) ανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση
    έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) ζεσταίνομαι πάρα πολύ
    πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα
  4. (αμετάβατο) (μεταφορικά) είμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος
    έσκασα από τη στενοχώρια
  5. (αμετάβατο) (μεταφορικά) νιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ
    έσκασα από το πολύ φαΐ
  6. (αγενές) σωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό
    σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου
  7. (μεταβατικό) (αργκό) καταβάλλω χρηματικό ποσό
    έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα
  8. το σκάω: δραπετεύω
    το έσκασε από τη φυλακή
  9. (αμετάβατο) πέφτω επάνω, πετάγομαι απότομα καταπάνω, ορμώ και χτυπιέμαι πάνω σε κάτι
    ※  Το κύμα σκάει στο βράχο
  10. (αργκό) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, εισέρχομαι
    ※  Για δες, ποιος έσκασε μύτη στο χώρο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία