Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

distress (en)

  • ψυχική δυσφορία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

distress (en)

  • προκαλώ/προξενώ ψυχική δυσφορία